Το ελληνικό κρασί



Tα Ελληνικά κρασιά

Η Ελλάδα, πέραν του ότι είναι η γενέτειρα του ∆ιονύσου, του θεού του κρασιού, είναι και η γενέτειρα του πρώτου οίνου Ο.Π.Α.Π. στην ιστορία. Αυτά ήταν τα κρασιά από τα νησιά της Χίου και της Θάσου, φηµισµένα σε όλο τον αρχαίο κόσµο. Για ποικίλους ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους, καθώς και εξαιτίας διαφόρων φυσικών καταστροφών, η τέχνη της οινοποιίας παραµελήθηκε απ' τα µέσα του 19ου αιώνα µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τότε ήταν που οι αρχαίες παραδόσεις της οινοποιίας άρχισαν να αναβιώνουν και σήµερα µπορεί κανείς να βρει πολλά εξαιρετικά ελληνικά κρασιά που παράγονται σε όλη τη χώρα. Όταν δοκιµάζετε το ελληνικό κρασί, λάβετε υπόψη σας ότι πρόκειται για ένα προϊόν εξαιρετικής σοδειάς που παράγεται από ποικιλίες σταφυλιού άγνωστες στους φίλους του κρασιού της ∆ύσης. Τα ελληνικά κρασιά χωρίζονται σε 4 κατηγορίες: 1. 2. 3. 4. Οίνος Οίνος Οίνος Οίνος µε ονοµασία προελεύσεως ελεγχόµενη µε ονοµασία προελεύσεως ανωτέρας ποιότητας τοπικός επιτραπέζιος.

Οίνοι µε ονοµασία προελεύσεως ελεγχόµενη

Στην κατηγορία αυτή περιλαµβάνονται µόνο γλυκά κρασιά, όπως η Μαυροδάφνη της Κεφαλονιάς και της Πάτρας, το Μοσχάτο της Πάτρας, της Λήµνου, της Κεφαλονιάς, της Ρόδου καθώς και το Γλυκό της Σάµου.

Η κατηγορία Ο.Π.Α.Π. (Ονοµασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας).

Περιλαµβάνει πολλά από τα καλύτερα κρασιά της Ελλάδας. Υπάρχουν 20 περιοχές ως τώρα που έχουν δικαίωµα Ονοµασίας Προέλευσης. Στη Βόρεια Ελλάδα, υπάρχουν οι ονοµασίες Ζίτσα, Αµυνταίο, Γουµένισα και Νάουσα. Στη Χαλκιδική η Ονοµασία Πλαγιές Μελιτονά, στη Θεσσαλία ο Αγχίαλος και το Ραψάνη. Κοντά στην Αθήνα, υπάρχει η ονοµασία της Κάντζας, στην Πελοπόννησο, οι ονοµασίες της Πάτρας, Μαντινεία και Νεµέα. Στα Ιόνια νησιά, υπάρχει το Ρόµπολα Κεφαλονιάς και στα νησιά της Πάρου, της Λήµνου, της Ρόδου και της Σαντορίνης υπάρχουν το Πάρος, το Λήµνος, το Ρόδος, το Σαντορίνη. Τέλος, στην Κρήτη υπάρχουν οι ονοµασίες Προέλευσης Αρχάνες, Πεζά, Σητεία και ∆άφνες. Τέλος, οι άλλες 2 κατηγορίες, των τοπικών και επιτραπέζιων οίνων κρύβουν πολλές ευχάριστες και µεθυστικές εκπλήξεις για τον λάτρη του κρασιού.

Η Ιστορία

Αµπέλι και Κρασί.

Η καταγωγή του αµπελιού ως φυτού, είναι παλαιότερη του ανθρώπου. Παρά τα πολυάριθµα ευρήµατα, τις αναφορές στα κείµενα αρχαίων συγγραφέων, τις παραστάσεις των αγγείων και τις άλλες µαρτυρίες, δεν µπορούµε να ισχυριστούµε µε βεβαιότητα ότι η ιστορία του αµπελιού έχει γραφτεί πλήρως. Πριν ακόµη τη µεγάλη περίοδο των παγετώνων, όπως µαρτυρούν ευρύµατα, υπήρχαν αµπέλια ακόµη και στις πολικές περιοχές. Κατά την περίοδο των παγετώνων το αµπέλι άρχισε να εκτοπίζεται από τις βόρειες µε ψυχρό κλίµα περιοχές, και η ανάπτυξή του περιορίστηκε σ'αυτές µε εύκρατο κλίµα κατάλληλες κλιµατολογικά, κυρίως στην περιοχή του Καυκάσου, που θεωρείται και η πατρίδα του, αλλά επίσης και στη Μεσοποταµία. Ο Καύκασος, η Μεσοποταµία και η αρχαία Αίγυπτος πρέπει να θεωρηθούν οι κοιτίδες της αµπελουργίας και, φυσικά, οι πατρίδες του κρασιού. Το κρασί έφτασε σιγά - σιγά στη ∆ύση και τη Μεσόγειο. Οι µεγάλοι πολιτισµοί συνέβαλλαν στην ανάπτυξη της καλλιέργειας του αµπελιού και στην οινοποίηση. Στην Ουρ της Μεσοποταµίας, βρέθηκε µια ζωγραφιά που απεικόνιζε σκηνή από σπονδές. Οι Αιγύπτιοι, χρησιµοποιούσαν το κρασί στις τελετουργίες κηδειών, περίπου 3000 χρόνια π.Χ. Όσον αφορά στη Βίβλο, υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές στο κρασί. Οσο για το κρασί η ιστορία του µπλέκεται αναντίρρητα µ' αυτήν του ανθρώπου. Οι επιστήµονες δέχονται ότι ο πολιτισµός αρχίζει από την εποχή που ο άνθρωπος έπαψε να ζει νοµαδική ζωή και καλλιέργησε τη γη. Θα ήταν επίσης σωστό, να υποθέσουµε ότι το πέρασµα από τη νοµαδική ζωή στον πολιτισµό άρχισε όταν οι πρώτοι καλλιεργητές "δούλεψαν" το αµπέλι. Επειδή είναι απ' τα είδη του φυτικού βασιλείου, που χρειάζεται αρκετά χρόνια για να αποδώσει καρπούς, το αµπέλι έδεσε τους πρώην νοµάδες µε τη γη. ∆εν γνωρίζουµε όµως σε ποιά ιστορική στιγµή "φτιάχτηκε" και άρχισε να καταναλώνεται το κρασί. Κουκούτσια σταφυλιών που βρέθηκαν µέσα στις σπηλιές των προϊστορικών ανθρώπων µας οδηγούν στην υπόθεση ότι το κρασί ίσως να είναι πιο παλιό από την "Ιστορία". Οι γραπτές αναφορές των λαών του Καυκάσου, της Μεσοποταµίας, της Αιγύπτου και αργότερα των αρχαίων Ελλήνων αναφέρονται στο κρασί και το συνδέουν µε τους θεούς. Σίγουρα πάντως οι ρίζες της γέννησης του χάνονται στα βάθη των αιώνων τουλάχιστον 5.000 χρόνια από σήµερα. Στην εποχή του Οµήρου, η κατανάλωση του κρασιού ήταν κάτι το συνηθισµένο. Εµφανίζεται άλλωστε στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Με την εξάπλωση των Ελλήνων, το αµπέλι συνέχισε την πορεία του προς τη Σικελία και την Καµπανία. Αργότερα οι Ρωµαίοι το φύτεψαν σε όλες τις χώρες της τεράστιας αυτοκρατορίας τους. Αποδείχτηκαν αξιόλογοι αµπελουργοί και ανέπτυξαν εκπληκτικά την αµπελουργία και τις µεθόδους οινοποίησης.

Στην Ελλάδα δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε άρχισε η καλλιέργεια του αµπελιού, ίσως γύρω στο 15ο αιώνα π.Χ. ∆εν υπάρχει επίσης συµφωνία για το ποιό δρόµο ακολούθησε για να φτάσει στην πατρίδα µας. Αλλοι λένε ότι ήρθε από τη Φοινίκη µέσω Κρήτης στη Νάξο και ύστερα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αλλοι δίνουν την προτεραιότητα στην Αιτωλία και άλλοι στη Θράκη. Είτε από τον ένα δρόµο είτε από τον άλλο, η αµπελοκαλλιέργεια εξαπλώθηκε γρήγορα σ' ολόκληρη την Ελλάδα και κατέκτησε σηµαντική θέση στην οικονοµία του τόπου, πράγµα που µαρτυρούν και τα πολυάριθµα νοµίσµατα µε απεικονίσεις σταφυλιών. Οποιος λοιπόν και αν ήταν ο δρόµος, το κρασί είχε σπουδαία θέση στη ζωή της αρχαίας Ελλάδας σε τέτοιο βαθµό που ο ∆ιόνυσος, θεός της άγριας βλάστησης στην αρχή, να συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά µε το ευλογηµένο προϊόν του σταφυλιού. Σίγουρα οι µεγαλύτεροι οινοποιοί υπήρξαν οι Ελληνες, από την εποχή που το ανήσυχο εµπορικό πνεύµα τους τους έφερε σ' επαφή µε τους Αιγύπτιους και τους Φοίνικες από τους οποίους πήραν την τέχνη του κρασιού. H µετακίνηση τους για εµπορικούς σκοπούς, και η δηµιουργία αποικιών στα παράλια της Μεσογείου έβαλε τις ρίζες της σύγχρονης αµπελουργίας και έκανε το κρασί γνωστό σε ολόκληρη την Νότια Ευρώπη. Χώρες που σήµερα θεωρούνται ότι έχουν παράδοση στην παραγωγή κρασιών (Γαλλία,Ιταλία, Ισπανία) χρωστάνε πολλά σ' αυτούς τους ακούραστους εµπόρους.

Οι ∆ρόµοι του Ελληνικού Κρασιού

Οι Αµπελοοινικές Περιοχές

Το κρασί από πάντα έχαιρε εκτίµησης σ' όλο τον Ελλαδικό χώρο, έτσι το αµπέλι καλλιεργήθηκε παντού, όπου το κλίµα το επέτρεπε, πλάϊ σ' άλλες καλλιέργειες και συµπλήρωνε την οικιακή οικονοµία, ενώ υπήρξαν και περιοχές όπου ήταν το κύριο εισόδηµα. ∆εν θα ήταν υπερβολή να πούµε ότι κάθε οικογένεια είχε το αµπελάκι της. Η άµπελος µπορεί να καλλιεργηθεί στα ξηρά και φτωχά εδάφη γι' αυτό επεκτάθηκε σ' όλη την Ελλάδα. Η συρίκνωση όµως τα τελευταία χρόνια της αγροτικής τάξης έφερε και την µείωση των καλλιεργούµενων µε αµπέλι εκτάσεων. Κυρίως αυτό παρατηρήθηκε στα ορεινά και άγονα µέρη, τα πρώτα εγκαταλήφθηκαν από τους κατοίκους τους. Για να διευκολύνουµε το ταξίδι µας, θα χωρίσουµε την Ελλάδα σε µεγάλα διαµερίσµατα. Αυτά έχουν περισσότερο διοικητική οµοιογένεια παρά αµπελουργική. Το κρασί που παράγεται διαφοροποιείται από τον τόπο (κλιµατολογικές συνθήκες), την ποικιλία και το έδαφος, έτσι η ποικιλία Ξινόµαυρο στο Αµύνταιο δίνει ερυθρωπά (ροζέ) κρασιά ενώ στην Νάουσα έχει διαφορετική συµπεριφορά αφού παράγει ροζέ και ερυθρά κρασιά, µε άλλο χαρακτήρα, παρ' όλο που πρόκειται για την ίδια ποικιλία, παρ' όλο που και οι δυο αµπελώνες ανήκουν γεωγραφικά στην Μακεδονία. Σύµφωνα µε το µέγεθος της παραγωγής τα διαµερίσµατα αυτά είναι (αρχίζοντας από το µεγαλύτερο):

Πελοπόννησος

Αµπελουργική έκταση: 60.419 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 1.525.590 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Αγιωργίτικο, *Κορινθιακή (σταφίδα), *Μοσχάτο λευκό, * Μοσχοφίλερο, *Ρεφόσκο, *Ροδίτης, * Σουλτανίνα (σταφίδα).

Κρήτη

Αµπελουργική έκταση: 50.581ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 959.480 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Βηλάνα, *Κοτσιφάλι, *Λιάτικο, * Μαντηλαριά, *Ρωµέϊκο.

Στερεά Ελλάδα & Εύβοια

Αµπελουργική έκταση: 28.849 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 1.988.790hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Σαββατιανό.

Μακεδονία & Θράκη

Αµπελουργική έκταση: 15.500 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 514.760 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Ασύρτικο, *Αθήρι, *Ροδίτης, * Ληµνιό, *Ξινόµαυρο, *Νεγκόσκα, * Cabernet Sauvignon, * Cabernet Franc.

Θεσσαλία

Αµπελουργική έκταση: 8.696 ha (εκτάρια Παραγωγή οίνων: 423.910 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Κρασάτο, *Μαύρο Μεσενικόλα, *Μοσχάτο Αµβούργου, * Μπατίκι, * Ξινόµαυρο, *Σταυρωτό.

Νησιά Ιονίου Πελάγους

Αµπελουργική έκταση: 8.716 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 215.840 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Βερτζαµί, *Μαυροδάφνη, *Μοσχάτο λευκό, * Ροµπόλλα.

Νησιά Αιγαίου Πελάγους

Αµπελουργική έκταση: 9.131ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 151.300 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Αϊδάνι, *Ασύρτικο, * Λιµνιό, *Μαντηλαριά, * Μονεµβασία, * Μοσχάτο Αλεξανδρείας.

∆ωδεκάννησα

Αµπελουργική έκταση: 3.438 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 128.850 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Αθήρι, *Μαντηλαριά, *Μοσχάτο λευκό.

Ηπειρος

Αµπελουργική έκταση: 1.022 ha (εκτάρια) Παραγωγή οίνων: 30.620 hl (εκατόλιτρα) Ποικιλίες: *Ντεµπίνα, *Cabernet Sauvignon

Οι Ποικιλίες

Ο Βιργίλιος έγραψε ότι είναι πιο εύκολο να µετρήσεις τους κόκκους της άµµου παρά όλες τις ποικιλίες της αµπέλου. Στους τάφους των Φαραώ της 4ης ∆υναστείας (4.000 π.Χ.) τοιχογραφίες αναπαριστούν έξι διαφορετικές ποικιλίες κληµάτων, σκηνές τρυγητού και οινοποιήσης. Η φυσική επιλογή, η διασταύρωση µεταξύ των ποικιλιών, η δηµιουργία νέων από των άνθρωπο αλλά και ο καινούργιοι χαρακτήρες που ανέπτυξαν όσες ποικιλίες ξενιτεύθηκαν έδωσαν στα χέρια των ανθρώπων της οινοπαραγωγής ένα πολύτιµο και σχεδόν ανεξάντλητο υλικό. Σήµερα εκατοντάδες ποικιλίες συνεχίζουν να καλλιεργούνται στη χώρα µας. Μία που φθάνει µέχρι τις ηµέρες µας διατηρώντας (σχεδόν ανέπαφο) το αρχαίο της όνοµα είναι η "Λιµνία" όπως την αναφέρει ο Αριστοτέλης ή γνωστή σήµερα µε το όνοµα " Λιµνιό". Ενώ αρκετές έχουν χαθεί και άλλες που δεν έχουν οικονοµικό όφελος έχουν παραµεληθεί. Οι κυριότερες που καλλιεργούνται και σήµερα είναι οι πιο κάτω:

Ελληνικές Ποικιλίες µε λευκά σταφύλια

* Αθήρι

Παλιά λευκή ποικιλία του κεντρικού και νότιου Αιγαίου, που καλλιεργείται σήµερα σε αρκετές περιοχές της χώρας, όπως η Χαλκιδική. ριµάζει το δεύτερο δεκαπενθήµερο του Αυγούστου ή αρχές Σεπτεµβρίου. Το Αθήρι δίνει κρασιά µε φρουτώδη αρώµατα, µέτριο αλκοολικό τίτλο και οξύτητα, µε ευχάριστη, απαλή και γεµάτη γεύση. Συµµετέχει στην παραγωγή των οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητας "Ρόδος", "Σαντορίνη", "Πλαγιές Μελίτωνα", καθώς και Τοπικών (Αγιορείτικος, Χαλκιδικής, Μακεδονικός, Λασιθιώτικος, Ηρακλειώτικος, Αιγαιοπελαγίτικος κ.α.), και Επιτραπέζιων οίνων.

* Αϊδάνι

Λευκή ποικιλία, που καλλιεργείται στις Κυκλάδες, και ιδιαίτερα στη Νάξο, τη Σαντορίνη και την Πάρο. ριµάζει τέλη Αυγούστου µε αρχές Σεπτεµβρίου. Το κρασί της ποικιλίας Αηδάνι έχει µέτριο αλκοολικό τίτλο και οξύτητα, αλλά έχει πλούσιο ανθώδες άρωµα και προσφέρεται για αναµείξεις µε κρασιά υψηλόβαθµα ή υψηλής οξύτητας, π.χ. από την ποικιλία Ασύρτικο, όπως στην περίπτωση του οίνου Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητας "Σαντορίνη".

* Ασύρτικο

Εξαιρετική πολυδύναµη λευκή ελληνική ποικιλία. Αρχικά καλλιεργούνταν στα νησιά των Κυκλάδων και κυρίως στη Σαντορίνη, που είναι ο τόπος καταγωγής της. Από εκεί µετανάστευσε µε επιτυχία στη Χαλκιδική, την Επανοµή, τη ∆ράµα, το Παγγαίο, την Αττική, την Πελοπόννησο, και έφτασε να καλλιεργείται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, σε µία έκταση, που ξεπερνά τα 11.500 στρέµµατα. Λόγω της υψηλής οξύτητας, του αρώµατος και της ευκολίας προσαρµογής της σε διάφορα εδαφοκλιµατικά περιβάλλοντα διατηρώντας το χαρακτήρα της, η ποικιλία αυτή έχει χρησιµοποιηθεί ευρύτατα στη δηµιουργία νέων αµπελώνων σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.

Το Ασύρτικο δίνει οίνους υψηλόβαθµους µε υψηλή οξύτητα, συνδυασµός σπάνιος για λευκή µεσογειακή ποικιλία. Οι οίνοι από Ασύρτικο χαρακτηρίζονται από τη ζωηρή και γεµάτη γεύση και την ιδιαίτερη µύτη, πιο µεταλλική και γήινη στη Σαντορίνη, έντονα φρουτώδη και ανθώδη στην ηπειρωτική και µάλιστα στη Βόρεια Ελλάδα. Παρουσιάζουν όµως τάση οξείδωσης και γι' αυτό χρειάζεται προσοχή κατά την οινοποίηση. Συµµετέχει στην παραγωγή των οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Σαντορίνη" (του ξηρού, φρέσκου ή παλαιωµένου σε δρύινα βαρέλια, και του γλυκού παλαιωµένου Vinsanto), και "Πλαγιές Μελίτωνα", αλλά και αρκετών Τοπικών (Επανοµής, ∆ράµας, Αγιορείτικος, Μακεδονικός, Πλαγιές Βερτίσκου, Αττικός κ.α.) και Επιτραπέζιων οίνων.

* Βηλάνα

Λευκή ποικιλία της Κρήτης, η οποία συναντάται στους νοµούς Ηρακλείου και Λασιθίου και σποραδικά στους νοµούς Ρεθύµνης και Χανίων, καταλαµβάνοντας συνολικά µια έκταση περίπου 3.500 στρεµµάτων. ριµάζει µετά τα µέσα Σεπτεµβρίου. Όταν η Βηλάνα καλλιεργείται στα κατάλληλα εδάφη µε µικρό φορτίο ανά πρέµνο, δίνει κρασιά µέτριου έως υψηλού αλκοολικού τίτλου, υψηλής οξύτητας και µέτριου αρωµατικού πλούτου. Πρόκειται για µία ευοξείδωτη ποικιλία, η οποία απαιτεί πάντα προσοχή στην οινοποίηση. Η ποικιλία Βηλάνα συµµετέχει στην παραγωγή των λευκών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πεζά"(100%), και "Σητεία" (µαζί µε την ποικιλία Θραψαθήρι), καθώς και ορισµένων Τοπικών οίνων (Κρητικός, Λασηθιώτικος, Κισσάµου, Ηρακλειώτικος).

* Μονεµβασιά

Συνώνυµα: Μονοβασιά, Μονεµβασίτικο.

Λευκή ποικιλία καλλιεργούµενη στις Κυκλάδες (ιδιαίτερα στην Πάρο), και σποραδικά σε αρκετά νησιά του Αιγαίου και την Εύβοια. Αν και κατάγεται από την οµώνυµη περιοχή, η καλλιέργειά της στη Μονεµβασιά είχε τελείως εξαφανιστεί για να επανέλθει πρόσφατα σε περιορισµένη έκταση. ριµάζει µέσα µε τέλη Σεπτεµβρίου. Το κρασί της Μονεµβασιάς, όταν αυτή καλλιεργείται στο κατάλληλο εδαφοκλιµατικό περιβάλλον, είναι υψηλόβαθµο, µέτριας οξύτητας, µε χαρακτηριστικό άρωµα, αλλά και έντονη τάση οξείδωσης, οπότε χρειάζεται προσοχή στην οινοποίηση.

Από την ποικιλία Μονεµβασιά παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πάρος", και σε συνοινοποίηση µε την ερυθρή ποικιλία Μανδηλαριά, ο ερυθρός ξηρός οίνος της ίδιας Ονοµασίας, καθώς και ορισµένοι Τοπικοί οίνοι (Θραψάνων).

* Μοσχάτο Λευκό

Συνώνυµα: Μοσχάτο Σάµου, Μοσχούδι, Μοσχάτο Ρίου, Μοσχοστάφυλο,

Muscat de Frontignan, Muscat a petits grains, Moscato bianco, Moscato di Trani. Πρόκειται για ποικιλία καλλιεργούµενη σε µεγάλη έκταση σε αρκετές χώρες του κόσµου (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Ρουµανία, Γερµανία, Τουρκία, Αυστραλία, Αµερική κ.ά.). Στην Ελλάδα καλλιεργείται στη Σάµο, τη Β∆ Πελοπόννησο (Ρίο, Πάτρα), την Κεφαλλονιά, τη Ρόδο και σποραδικά τις Κυκλάδες, τα νησιά του Ιονίου, τη Θεσσαλία, την Κρήτη και τελευταία τη Μακεδονία. ριµάζει αρχές Σεπτεµβρίου, είναι ευοξείδωτο και απαιτεί προσοχή κατά την οινοποίηση. Το Μοσχάτο µπορεί να δώσει ξηρά κρασιά µε πλούσιο τυπικό άρωµα, υψηλόβαθµα, µε µέτρια οξύτητα, αλλά κυρίως εξαιρετικά γλυκά κρασιά, είτε λιαστά είτε οίνους λικέρ, µε πληθωρική µύτη και γεµάτη γεύση. Από Μοσχάτο λευκό παράγονται οι γλυκείς οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχόµενη "Σάµος", "Μοσχάτος Πατρών", "Μοσχάτος Ρίου Πατρών", "Μοσχάτος Κεφαλληνίας" και "Μοσχάτος Ρόδου".

* Μοσχάτο Αλεξανδρείας

Συνώνυµα: Μοσχάτο χονδρό, Αγγλικό, Zibbibo.

Λευκή ποικιλία, η οποία καλλιεργείται ευρύτατα σε ολόκληρο τον κόσµο για την παραγωγή επιτραπέζιων σταφυλιών, κρασιού και σταφίδας. Στην Ελλάδα καλλιεργείται κυρίως στη Λήµνο, αλλά και σε ορισµένα νησιά του Ιονίου, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία (Θεσσαλονίκη) και τελευταία στη Ρόδο, καταλαµβάνοντας µία έκταση περίπου 7.000 στρεµµάτων. ριµάζει τέλη Σεπτεµβρίου, είναι ευοξείδωτο και απαιτεί προσοχή κατά την οινοποίηση. Το Μοσχάτο Αλεξανδρείας δίνει ξηρά κρασιά υψηλόβαθµα, µε λεπτό τυπικό µοσχάτο άρωµα, µέτρια έως καλή οξύτητα και ευχάριστη γεύση, καθώς και θαυµάσια γλυκά κρασιά, µε πλούσιο άρωµα και γεµάτη γεύση. Από το Μοσχάτο Αλεξανδρείας παράγονται οι γλυκείς οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχόµενη "Μοσχάτος Λήµνου" και οι ξηροί, ηµίξηροι και ηµίγλυκοι οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Λήµνος".

* Μπατίκι

Είναι λευκή ποικιλία οινοποιίας που πιθανά µεταφέρθηκε στη χώρα µας από την περιοχή της Σµύρνης. Καλλιεργείται κυρίως στη Θεσσαλία (περιοχή Τιρνάβου) και σποραδικά συναντάται στη βόρεια Εύβοια και τη Μακεδονία. Είναι µια ποικιλία ζωηρή και παραγωγική. ∆ιαµορφώνεται κυρίως σε κυπελλοειδή σχήµατα µόρφωσης αλλά και σε γραµµοειδή σχήµατα Royat και δέχεται βραχύ κλάδεµα καρποφορίας. Παράγει κατά µέσο όρο δύο σταφύλια ανά καρποφόρο βλαστό, στον δεύτερο και τρίτο κόµβο. Είναι ποικιλία πολύ ευαίσθητη στον περονόσπορο, το ωίδιο, το βοτρύτη και τις χαµηλές θερµοκρασίες, αντέχει όµως αρκετά στην ξηρασία. Τα σταφύλια της είναι µεγάλου µεγέθους, κωνικού σχήµατος, πυκνόρραγα. Οι ράγες είναι µεγάλου µεγέθους, ωοειδούς σχήµατος. Ο φλοιός έχει πρασινοκίτρινο χρώµα, µέτριο πάχος και η σάρκα είναι µαλακή, άχρωµή και χυµώδης.

Χαρακτηριστικά των παραγόµενων οίνων

Το Μπατίκι είναι µία ποικιλία που καλλιεργούταν ευρέως στη Θεσσαλία για την παραγωγή επιτραπέζιων σταφυλιών. Τα τελευταία όµως χρόνια, µετά την εισαγωγή και διάδοση άλλων καλύτερων επιτραπέζιων ποικιλιών αµπέλου, χρησιµοποιείται κυρίως για οινοποίηση. Από αυτή τη ποικιλία, που χαρακτηρίζεται από πολύ µικρή οξύτητα, παράγονται κυρίως ρετσίνες (ρετσίνα Τιρνάβου) και επιτραπέζιοι λευκοί ξηροί οίνοι. Στους επιτραπέζιους οίνους συνήθως συνοινοποιείται µε άλλες ποικιλίες. Στον Θεσσαλικό Τοπικό Οίνο για παράδειγµα, συνοινοποιείται µε την ποικιλία Ροδίτη και παράγεται λευκός ξηρός οίνος 11,5% vol, µε λαµπερό χρώµα, πλούσιο άρωµα φρούτων, δροσερή και ισορροπηµένη γεύση.

* Ντεµπίνα

Λευκή αξιόλογη ποικιλία της Ηπείρου, που καλλιεργείται κυρίως στη Ζίτσα, και σποραδικά σε άλλες περιοχές (Αρκαδία, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Λάρισα, Τρίκαλα), καταλαµβάνοντας συνολικά µία έκταση, που φθάνει τα 7.500 στρέµµατα. ριµάζει µετά τα µέσα Σεπτεµβρίου και δίνει κρασιά ξηρά, µέτριου αλκοολικού τίτλου, µε ιδιαίτερο φρουτώδες άρωµα και δροσερή γεύση, αλλά και αξιόλογα ηµιαφρώδη κρασιά. Από τη Ντεµπίνα παράγονται οι ξηροί ήρεµοι οίνοι, και οι ξηροί και ηµίγλυκοι ηµιαφρώδεις οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ζίτσα", καθώς και ο τοπικός οίνος Ιωαννίνων.

* Ροδίτης

Συνώνυµα: Ρογδίτης, Αλεπού, Ροδοµούσι, Κανελλάτο, Κοκκινοστάφυλο, Λιτσιτσίνες, Σουρβιώτης, Κρυτσανιστή.

Πολύ παλιά γηγενής, ερυθρωπή ποικιλία, καλλιεργούµενη σε 32 νοµούς της χώρας, στη Β∆ Πελοπόννησο, την Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Εµφανίζει έντονη παραλλακτικότητα, που εντείνεται από τα διαφορετικά µικροκλίµατα στα οποία καλλιεργείται. Προτιµά εδάφη ελαφρά, ασβεστώδη, µέσης γονιµότητας, και περιοχές µε υψόµετρο, όπου η ποικιλία παρουσιάζει τον καλύτερο χαρακτήρα της. ριµάζει µετά τις 20 Σεπτεµβρίου. Ο Ροδίτης, στα κατάλληλα εδάφη ορεινών περιοχών και µε µέτριες αποδόσεις ανά πρέµνο, δίνει αξιόλογα λευκά ξηρά κρασιά, µε φρουτώδες άρωµα, µέτριο έως υψηλό αλκοολικό τίτλο, στρογγυλή, δροσερή και ισορροπηµένη γεύση, τα οποία µπορούν να ωριµάσουν σε δρύινα βαρέλια. Επίσης συµµετέχει στην παραγωγή ροζέ οίνων. Η ποικιλία Ροδίτης συµµετέχει στην παραγωγή των λευκών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος -"Πλαγιές Μελίτωνα" (µαζί µε Αθήρι και Ασύρτικο), ξηρός, -"Αγχίαλος" (µαζί µε Σαββατιανό), ξηρός, ηµίξηρος και ηµίγλυκος, αλλά και αρκετών Τοπικών Οίνων (Αναβυσσιώτικος, Αττικός, Αγιορείτικος, Θεσσαλικός, Μακεδονικός, Πέλλας κ.α.), οίνων Ονοµασίας κατά Παράδοση "Ρετσίνα" και πολλών Επιτραπέζιων οίνων.

* Ροµπόλα

Συνώνυµα: Ασπροροµπόλα, Ροµπόλα Κέρινη

Λευκή ποικιλία των Ιονίων νήσων, καλλιεργούµενη κυρίως στην Κεφαλονιά και σποραδικά στη Ζάκυνθο, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και τα τελευταία χρόνια στην Αρκαδία, σε µία έκταση, που δεν ξεπερνά τα 5.000 στρέµµατα. ριµάζει αρχές Σεπτεµβρίου. Η Ροµπόλα δίνει κρασιά υψηλόβαθµα, µέτριας έως καλής οξύτητας, µε ιδιαίτερο άρωµα. Από την ποικιλία αυτή παράγονται οι οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ροµπόλα", ορισµένοι Τοπικοί και Επιτραπέζιοι οίνοι.

* Σαββατιανό

Συνώνυµα: Κοντούρα άσπρη, Σακέικο, Σταµατιανό, Περαχωρήτικο.

Λευκή ποικιλία καλλιεργούµενη κυρίως στους νοµούς Αττικής, Ευβοίας, Βοιωτίας και, σε µικρότερη έκταση, στις Κυκλάδες, τη ∆υτική Κρήτη, την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία, ξεπερνώντας συνολικά τα 180.000 στρέµµατα. Είναι µέτρια ζωηρό, γόνιµο, παραγωγικό, ανθεκτικό στην ξηρασία. Προσαρµόζεται σε διαφορετικούς τύπους εδαφών, δίνει όµως καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά σε εδάφη ξηρά, ασβεστώδη, µέσης γονιµότητας. ριµάζει µέσα Σεπτεµβρίου. Αρκετά παρεξηγηµένη ποικιλία, το Σαββατιανό µπορεί να δώσει αξιόλογα λευκά κρασιά µε λεπτό άρωµα και ισορροπηµένη γεύση, εφόσον φυτευτεί σε περιοχές µε κάποιο υψόµετρο, δεν υπερφορτωθεί και τρυγηθεί στο βέλτιστο της τεχνολογικής του ωριµότητας. ∆ιαφορετικά δίνει κρασιά µάλλον υψηλόβαθµα, µικρής οξύτητας. Από το Σαββατιανό παράγονται οι ξηροί οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Αγχίαλος" (µαζί µε Ροδίτη), αρκετοί Τοπικοί οίνοι (Γερανίων, Καρυστινός, Μαρκόπουλου, Παλληνιώτικος, Παιανίτικος, Ριτσώνας, κ.ά.), Ονοµασίας κατά Παράδοση Ρετσίνα, καθώς και Επιτραπέζιοι οίνοι.

* Ζουµιάτικο

Συνώνυµα: ∆αµιάτης, Smederevka

Λευκή ποικιλία των Βαλκανίων (Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία), καλλιεργούµενη σε ολόκληρο το µακεδονικό και θρακιώτικο χώρο. ριµάζει στα µέσα Σεπτεµβρίου. Το Ζουµιάτικο, εφόσον καλλιεργείται µε µικρή απόδοση ανά πρέµνο, δίνει κρασιά µέτριου αλκοολικού τίτλου, µέτριας έως χαµηλής οξύτητας, ελαφρά αρωµατικά. Συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών (Μεσηµβριώτικος, Αβδήρων, Σερρών, Ισµαρικός) και Επιτραπέζιων οίνων.

* Μαλαγουζιά

Λευκή ποικιλία καταγόµενη από την Αιτωλοακαρνανία, η οποία καλλιεργείται στη Μακεδονία (Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη), και διάσπαρτα στη Στερεά Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα, Αττική), και την Πελοπόννησο. ριµάζει τέλη Αυγούστου. Η Μαλαγουζιά δίνει κρασιά τα οποία µπορεί να έχουν ζυµώσει ή ωριµάσει σε δρύινα βαρέλια, είναι υψηλόβαθµα, µε ιδιαίτερο πλούσιο άρωµα, µέτρια οξύτητα, γεµάτη και στρογγυλή γεύση. Συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών Οίνων (Επανοµής, Σιθωνίας).

* Πρικνάδι

Συνώνυµα: Πρεκνιάρικο, Πρέκνα, Πρεκνάδι

Λευκή ποικιλία καλλιεργούµενη διάσπαρτα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. ριµάζει το πρώτο δεκαήµερο του Σεπτεµβρίου. Το Πρεκνιάρικο δίνει κρασιά υψηλού αλκοολικού τίτλου, µέτριας ως µικρής οξύτητας, ελαφρώς αρωµατικά. Πρόκειται για ποικιλία, που οξειδώνεται γρήγορα και χρειάζεται προσοχή στην οινοποίηση.

Ελληνικές Ποικιλίες µε κόκκινα σταφύλια

* Αγιωργίτικο

Συνώνυµα: Μαύρο Νεµέας, Μαυρούδι Νεµέας. Μία από τις εκλεκτότερες ερυθρές ελληνικές ποικιλίες. Καλλιεργείται στο νοµό Κορινθίας και κυρίως στη ζώνη της Νεµέας και σποραδικά στους νοµούς Αργολίδας, Αρκαδίας και Αττικής, καταλαµβάνοντας συνολικά µία έκταση, που ξεπερνά τα 20.000 στρέµµατα. ριµάζει µετά τις 20 Σεπτεµβρίου. Το Αγιωργήτικο είναι µία πολυδυναµική ποικιλία, που χαρακτηρίζεται από βαθύ ερυθρό χρώµα και µαλακές τανίνες, και η οποία µπορεί να δώσει διαφορετικούς τύπους προϊόντων, ανάλογα µε το περιβάλλον στο οποίο καλλιεργείται. Αξιόλογα ερυθρά γλυκά κρασιά. Φρουτώδη ερυθρά κρασιά πρώιµης κατανάλωσης, (τύπου nouveau). Βαθύχρωµα ερυθρά ξηρά κρασιά, είτε νεαρά, φρουτώδη, ευκολόπιοτα, µε µαλακή και στρογγυλή γεύση, είτε παλαιωµένα µε χαρακτηριστικό σύνθετο µπουκέτο κόκκινων φρούτων, αποξηραµένων δαµάσκηνων και µπαχαρικών, και πλούσια, ισορροπηµένη γεύση, µε βελούδινες τανίνες και µακρά επίγευση. Ζωηρόχρωµα ροζέ κρασιά, µε φρουτώδη αρώµατα, γεµάτη και δροσερή γεύση. Από την ποικιλία αυτή παράγονται τα ξηρά αλλά και τα ηµίγλυκα και γλυκά ερυθρά κρασιά Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Νεµέα". Το Αγιωργήτικο συµµετέχει στη σύνθεση αρκετών Τοπικών οίνων (Πελοποννησιακός, Πλαγιές Ορεινής Κορινθίας κ.α.) καθώς και Επιτραπέζιων, ιδιαίτερα µε τις ποικιλίες Ξινόµαυρο και Cabernet Sauvignon.

* Βερτζαµί

Συνώνυµα: Μαρτζαβί, Λευκαδίτικο.

Μία από τις πλουσιότερες σε χρώµα ελληνικές ερυθρές ποικιλίες, που κυριαρχεί στη Λευκάδα και συναντάται σποραδικά στην Πρέβεζα, το Αγρίνιο, την Πάτρα. ριµάζει στα µέσα Σεπτεµβρίου. Όταν καλλιεργείται στα κατάλληλα εδάφη και σε περιοχές µικρού υψοµέτρου, το Βερτζαµί δίνει κρασιά µε πλούσιο χρώµα, υψηλόβαθµα, µε ισορροπηµένη οξύτητα. Συµµετέχει στην παραγωγή αρκετών Επιτραπέζιων οίνων.

* Κοτσιφάλι

Μία από τις πιο αξιόλογες ερυθρές ποικιλίες της Κρήτης, καλλιεργούµενη σε µεγαλύτερη έκταση στο νοµό Ηρακλείου. ριµάζει τέλη Αυγούστου µε αρχές Σεπτεµβρίου. Το Κοτσιφάλι δίνει κρασιά υψηλόβαθµα, αρωµατικά, χαµηλής οξύτητας µε ασταθές χρώµα. Για το λόγο αυτό συνοινοποιείται µε την ποικιλία Μανδηλαριά, που χαρακτηρίζεται από έντονο χρώµα και υψηλό φανολικό δυναµικό, για την παραγωγή των ξηρών ερυθρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως "Πεζά" και "Αρχάνες". Το Κοτσιφάλι επίσης συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών οίνων (Κρητικός, Ηρακλειώτικος, Λασιθιώτικος).

* Κρασάτο

Ερυθρή ποικιλία της Θεσσαλίας, που καλλιεργείται κυρίως στην περιοχή της Ραψάνης. ριµάζει τέλη Σεπτεµβρίου. Το Κρασάτο δίνει κρασιά υψηλόβαθµα, µέτριας οξύτητας και χρωµατικής έντασης, και πλούσια σε τανίνες, τα οποία γερνάνε γρήγορα. Συνοινοποιείται µε τις ποικιλίες Σταυρωτό και Ξινόµαυρο για την παραγωγή του ερυθρού, ξηρού οίνου Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ραψάνη". * Λιάτικο

Συνώνυµα: Λιάτης, Μαυρολιάτης

Ερυθρή ποικιλία καλλιεργούµενη στους νοµούς Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύµνης και Χανίων, και σποραδικά στις νότιες Κυκλάδες και την Κεφαλονιά. ριµάζει πρώιµα (εξ'ου και η ονοµασία της), µέσα στο δεύτερο δεκαπενθήµερο του Αυγούστου. Το Λιάτικο δίνει ερυθρά ξηρά κρασιά υψηλόβαθµα, αρωµατικά, µέτριας οξύτητας, που όµως υστερούν σε χρώµα, καθώς και θαυµάσια γλυκά κρασιά. Από την ποικιλία Λιάτικο παράγονται κρασιά Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος, τα ξηρά και γλυκά "Σητεία", και τα γλυκά "∆αφνές", καθώς και ορισµένοι Τοπικοί οίνοι, σε ανάµειξη µε άλλες ποικιλίες (Ηρακλειώτικος, Κρητικός, Λασηθιώτικος).

* Ληµνιό

Συνώνυµο: Καλαµπάκι.

Πολύ παλιά γηγενής, ερυθρή ποικιλία, που αναφέρεται ως "Ληµνία Σταφυλή" στο "Ονοµαστικόν" του Πολυδεύκη, κέντρο καλλιέργειας της οποίας υπήρξε η Λήµνος. Σήµερα καλλιεργείται στη Λήµνο, τη Χαλκιδική, τον Έβρο, τη Ροδόπη, την Ξάνθη, την Καβάλα, τις Σέρρες, τη Λάρισα και την Καρδίτσα. Το Ληµνιό δίνει κρασιά σχετικά υψηλόβαθµα, µέτριας οξύτητας, µε ελαφρύ ιδιαίτερο άρωµα (θυµίζει φασκοµηλιά και δάφνη), µέτριο χρώµα και σώµα. Το Ληµνιό συµµετέχει στην ποικιλιακή σύνθεση των ερυθρών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πλαγιές Μελίτωνα" µαζί µε τις Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc, καθώς και ορισµένων Τοπικών (Αγιορείτικος, Μακεδονικός, Ισµαρικός, Θρακικός), και Επιτραπέζιων οίνων.

* Μαντηλαριά

Συνώνυµα: Αµοργιανό, Μαντηλάρι, Κουντούρα Μαύρη, ∆ουµπραίνα

µαύρη, Παργιανό. Από τις πιο πλούσιες σε χρώµα ποικιλίες αµπέλου, γηγενής του αιγαιοπελαγίτικου χώρου. Καλλιεργούνταν αρχικά στις Κυκλάδες, τη Ρόδο και την Κρήτη, και κατόπιν, η καλλιέργειά της επεκτάθηκε στην Πελοπόννησο, την Αττική, την Εύβοια, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, καταλαµβάνοντας συνολικά µία έκταση, που ξεπερνά τα 15.000 στρέµµατα. ριµάζει όψιµα, τέλη Σεπτεµβρίου µε αρχές Οκτωβρίου και δίνει κρασιά µε έντονο χρώµα, µέσου έως χαµηλού αλκοολικού τίτλου, µέτριας οξύτητας, πλούσια σε τανίνες. Αποκλειστικά από Μανδηλαριά παράγεται ο ερυθρός ξηρός οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ρόδος". Η Μανδηλαριά συµµετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πεζά" και "Αρχάνες" µαζί µε την ποικιλία Κοτσιφάλι, και "Πάρος", µαζί µε την ποικιλία Μονεµβασιά (συνοινοποίηση), καθώς και κάποιων Τοπικών οίνων (∆ωδεκανησιακός, Ηρακλειώτικος, Θραψανών, κ.ά.).

* Μαυροδάφνη

Συνώνυµα: Μαυροδαφνίτσα, Μαυροδράµι, Θηνιάτικο.

Ερυθρή ποικιλία, που καλλιεργείται στους νοµούς Αχαΐας, Ηλείας, Κεφαλληνίας, Λευκάδας και σποραδικά στους νοµούς Κέρκυρας, Αρκαδίας, Χαλκιδικής και Μαγνησίας, καταλαµβάνοντας συνολικά µία έκταση περίπου 6.500 στρεµµάτων. ριµάζει αρχές µε µέσα Σεπτεµβρίου και όταν καλλιεργείται σωστά, στο κατάλληλο εδαφοκλιµατικό περιβάλλον, µπορεί να δώσει ερυθρά κρασιά ξηρά, µε καλό χρώµα και χαρακτηριστικό άρωµα, τα οποία επιδέχονται παλαίωση και συνήθως αναµιγνύονται µε κρασιά ποικιλιών όπως Cabernet Sauvignon, Αγιωργήτικο, Refosco. Η Μαυροδάφνη παράγει εξαιρετικούς υψηλόβαθµους, γλυκούς οίνους λικέρ, οι οποίοι παλαιώνουν σε δρύινα βαρέλια (ορισµένοι υφίστανται µακρόχρονη παλαίωση µε το σύστηµα Solera), και χαρακτηρίζονται από πολύπλοκο µπουκέτο αποξηραµένων φρούτων και πλούσια γεύση µε µακρά διάρκεια. Η Μαυροδάφνη µόνη της ή µαζί µε την ποικιλία Μαύρη Κορινθιακή (έως 49%), παράγει τους γλυκούς οίνους Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχοµένη "Μαυροδάφνη Πατρών" και "Μαυροδάφνη Κεφαλληνίας", ενώ συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών Οίνων (Λετρίνων, Πλαγιές Αίνου, Πλαγιές Πετρωτού, Μεταξάτων).

* Μοσχοφίλερο

Γκρι ποικιλία, καλλιεργούµενη στην Πελοπόννησο, στους νοµούς Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Λακωνίας, και σποραδικά στη Λευκάδα, τη Ζάκυνθο, την Πρέβεζα, τη Μαγνησία, και, τελευταία τη Φλώρινα. Πρόκειται για µία ποικιλία, που παρουσιάζει έντονη παραλλακτικότητα, τόσο στα µορφολογικά όσο και στα τεχνολογικά χαρακτηριστικά (χρώµα ραγών, εποχή ωρίµανσης, περιεκτικότητα σε σάκχαρα, οξέα, αρωµατικές ενώσεις). ριµάζει τέλη Σεπτεµβρίου µε αρχές Οκτωβρίου. Το Μοσχοφίλερο µπορεί να δώσει λευκούς ξηρούς υψηλόβαθµους οίνους, νεαρούς ή ζυµωµένους σε δρύινα βαρέλια, µε πλούσιο αρωµατικό δυναµικό, καλή έως υψηλή οξύτητα, λεπτή ζωηρή γεύση, αλλά και ροζέ και φυσικώς αφρώδεις οίνους. Το Μοσχοφίλερο συµµετέχει στην παραγωγή του λευκού ξηρού οίνου Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Μαντινεία" και ορισµένων Τοπικών οίνων (Πελοποννησιακός).

* Νεγκόσκα

Ερυθρή ποικιλία του ευρύτερου µακεδονικού χώρου(γνωστή και ως Ποπόλκα Ναούσης ή Νεγκόσκα Ποπόλκα), η οποία καλλιεργείται σήµερα κυρίως στην περιοχή της Γουµένισσας, σε µία έκταση, που πλησιάζει τα 700 στρέµµατα, µεταφερόµενη εκεί από τη Νάουσα. ριµάζει µετά τις 20 Σεπτεµβρίου και δίνει κρασιά υψηλόβαθµα, µε καλό ερυθρό χρώµα, µέτρια οξύτητα και µαλακή γεύση. Με αυτά της τα χαρακτηριστικά αµβλύνει την οξύτητα και την τανικότητα του Ξινόµαυρου, αυξάνοντας τον αλκοολικό τίτλο, τα φρουτώδη αρώµατα και τη χρωµατική ένταση, στην παραγωγή του ερυθρού ξηρού παλαιωµένου οίνου Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Γουµένισα".

* Ξινόµαυρο

Συνώνυµα:Μαύρο Ναουστιανό, Ποπόλκα, Ξινόγκαλτσο, Μαύρο Ναούσης.

Η ευγενέστερη ερυθρή ποικιλία του βορειοελλαδίτικου χώρου, που καλλιεργείται κυρίως στη Νάουσα, τη Γουµένισσα, το Αµύνταιο, τη Ραψάνη, το Τρίκωµο, τη Σιάτιστα, το Βελβεντό, την Πέλλα και σε µικρότερο βαθµό στο Άγιο Όρος, την Όσσα, τα Ιωάννινα, τη Μαγνησία, την Καστοριά και τα Τρίκαλα, καταλαµβάνοντας µία έκταση µεγαλύτερη από 18.000 στρέµµατα. Το Ξινόµαυρο εµφανίζει σηµαντική παραλλακτικότητα κυρίως όσον αφορά στα οινολογικά χαρακτηριστικά (σάκχαρα, χρώµα, αρωµατικό δυναµικό), που εντείνεται από τις διαφορετικές εδαφοκλιµατικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλλιεργείται. ριµάζει µετά τις 20 Σεπτεµβρίου. Το Ξινόµαυρο είναι πολυδύναµη ποικιλία και µπορεί να δώσει διαφορετικούς τύπους προϊόντων. Σε περιοχές µε κάποιο υψόµετρο, όπου µπορεί να ωριµάσει, στα κατάλληλα εδάφη και µε µικρές αποδόσεις ανά πρέµνο, µπορεί να δώσει θαυµάσια ερυθρά, ξηρά κρασιά, µε καλό χρώµα, τυπικά αρώµατα, καλή οξύτητα, υψηλόβαθµα, πλούσια σε τανίνες και επιδεκτικά παλαίωσης. Σε περιοχές µεγάλου υψοµέτρου µπορεί να δώσει αξιόλογα ροζέ, ήρεµα αλλά και αφρώδη κρασιά, µε χαρακτηριστικά αρώµατα κόκκινων φρούτων και ιδίως φράουλας. Μπορεί ακόµα να δώσει και λευκούς οίνους (blanc de noirs), µε χαρακτηριστικό χρώµα και άρωµα, και ζωηρή γεύση. Από σταφύλια της ποικιλίας Ξινόµαυρο παράγονται οι οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος -"Νάουσα", ερυθρός ξηρός, ηµίξηρος και ηµίγλυκος.

-"Αµύνταιο", ερυθρός και ροζέ, ξηρός, ηµίξηρος και ηµίγλυκος -"Αµύνταιο", ροζέ φυσικώς αφρώδης, ξηρός και ηµίγλυκος.

Το Ξινόµαυρο συµµετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Γουµένισσα" (µαζί µε την ποικιλία Νεγκόσκα), "Ραψάνη" (µαζί µε τις ποικιλίες Κρασάτο και Σταυρωτό), και ορισµένων Τοπικών (Μακεδονικός, Ηµαθίας, Γρεβενών, Πλαγιές Βερτίσκου, Χαλκιδικής κ.α.) και Επιτραπέζιων οίνων.

* Σταυρωτό

Συνώνυµο: Αµπελακιώτικο.

Ερυθρή ποικιλία, καλλιεργούµενη στο νοµό Λαρίσης, ιδιαίτερα στα Αµπελάκια και τη Ραψάνη και σποραδικά στο Τρίκωµο Γρεβενών και στους νοµούς Κοζάνης και Μαγνησίας. ριµάζει τέλη Σεπτεµβρίου µε αρχές Οκτωβρίου. Το Σταυρωτό δίνει κρασιά µέτριου αλκοολικού τίτλου, µέτριας οξύτητας, µε µέτριο χρώµα και αρκετές τανίνες, που δεν αντέχουν στο χρόνο. Συµµετέχει µαζί µε το Κρασάτο και το Ξινόµαυρο στην παραγωγή του ερυθρού ξηρού Οίνου Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ραψάνη

* Μοσχόµαυρο

Συνώνυµα : Ξινόγκαλτσο, Μοσχόγκαλτσο

Ερυθρή ποικιλία καλλιεργούµενη σε µικρή έκταση στη ∆υτική Μακεδονία (Γρεβενά, Κοζάνη) και σποραδικά στη Θεσσαλία (Καρδίτσα, Τρίκαλα). Είναι ζωηρή, εύρωστη, γόνιµη, παραγωγική, ευαίσθητη στο βοτρύτη και την όξινη σήψη και σχετικά ανθεκτική στην ξηρασία. ριµάζει µετά τα µέσα Σεπτεµβρίου. Το Μοσχόµαυρο δίνει κρασιά υψηλόβαθµα, καλής οξύτητας, ελαφρά αρωµατικά, µε µέτριο χρώµα. Συµµετέχει στην παραγωγή του Τοπικού Οίνου Γρεβενών.

* Παµίδι

Συνώνυµο: Παµίτι Ερυθρωπή ποικιλία, η οποία καλλιεργείται σε ολόκληρο το µακεδονικό και θρακιώτικο χώρο, προερχόµενη από την Ανατολική Θράκη. ριµάζει αρχές µε µέσα Σεπτεµβρίου. Το Παµίδι δίνει ερυθρά κρασιά υψηλόβαθµα, µικρής οξύτητας, φτωχά σε χρώµα. Χρησιµοποιείται σε αναµίξεις για την παραγωγή ορισµένων ερυθρών και ροζέ Τοπικών Οίνων (Αβδήρων, Θρακικός κ.α.), και Επιτραπέζιων οίνων.

* Σέφκα

Συνώνυµα (Σέφκο, Μαυρούτι, Μαυρούδι, Χονδροµαύρο, Nicheftka)

Ερυθρή ποικιλία, βουλγαρικής προέλευσης, καλλιεργούµενη από τις αρχές του αιώνα σποραδικά σε ολόκληρο το µακεδονικό και θρακιώτικο χώρο. ριµάζει αρχές µε µέσα Σεπτεµβρίου. Η Σέφκα δίνει κρασιά φτωχά σε χρώµα, µέτριου αλκοολικού τίτλου, µέτριας ως µικρής οξύτητας.

* Τσαπουρνάκος

Ερυθρή ποικιλία, λιγοστά φυτά της οποίας απαντώνται διάσπαρτα σε ορισµένους αµπελώνες του Βελβεντού. Είναι ποικιλία ζωηρή, γόνιµη, µέτρια παραγωγική, ευαίσθητη στο ωίδιο. Αµπελογραφικά παραπέµπει σε ξενικής προέλευσης ποικιλίες όπως το Merlot και το Cabernet Sauvignon. ριµάζει το πρώτο δεκαπενθήµερο του Σεπτεµβρίου.

* Μαύρο Μεσενικόλα * Μοσχάτο Αµβούργου

Ξένες Ποικιλίες

Εδώ και 20 χρόνια αλλοδαπές ποικιλίες που έχουν γίνει γνωστές µε επιτυχία στον υπόλοιπο κόσµο, έχουν καλλιεργηθεί και στην χώρα µας. Οι πιο γνωστές είναι:

µε λευκά σταφύλια * Chardonay

Κοσµοπολίτικη λευκή ποικιλία γαλλικής προέλευσης (Βουργουνδία). Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε 24 νοµούς, κατανεµηµένους σε όλα τα γεωγραφικά διαµερίσµατα της χώρας. ριµάζει το τελευταίο δεκαήµερο του Αυγούστου. Η ποικιλία Chardonnay µπορεί να δώσει λευκούς οίνους φρέσκους ή που έχουν ζυµώσει και ωριµάσει σε δρύινα βαρέλια, µε µία ευρεία παλέτα αρωµάτων, των οποίων η πολυπλοκότητα και η ποιότητα είναι συνάρτηση της στρεµµατικής απόδοσης. Η γεύση τους είναι λιπαρή, δροσερή έως ζωηρή, ισορροπηµένη, µε σώµα και διάρκεια. Στα κατάλληλα εδάφη µπορεί να φθάσει το βέλτιστο της ποιότητας ενός λευκού κρασιού. Το Chardonnay συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών οίνων (Πλαγιές Αιγειαλίας, Πυλίας, Ανδριανιώτικος, ∆ράµας, Μεσσηνιακός, Ισµαρικός, Επανοµής, Πελοποννησιακός).

* Sauvignon Blanc

Λευκή αρωµατική ποικιλία γαλλικής προέλευσης, η οποία καλλιεργείται σε ολόκληρο τον κόσµο. Στην Ελλάδα η καλλιέργειά της ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '90 για να φθάσει σήµερα να καλλιεργείται σε 21 νοµούς της χώρας, γεωγραφικά κατανεµηµένους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. ριµάζει τέλη Αυγούστου. Το Sauvignon Blanc όταν καλλιεργηθεί στις κατάλληλες εδαφοκλιµατικές συνθήκες, µε µικρές αποδόσεις και τρυγηθεί στο κατάλληλο στάδιο ωριµότητας, ώστε να υπάρχει ισορροπία οξύτηταςσακχάρων και διατήρηση του ιδιαίτερου αρωµατικού δυναµικού του, µπορεί να δώσει ξηρά κρασιά, µε πλούσιο άρωµα (κυρίως εξωτικών φρούτων), ζωηρή, ισορροπηµένη και πληθωρική γεύση. Το Sauvignon Blanc µπορεί να ζυµώσει και να ωριµάσει σε δρύινα βαρέλια. Συµµετέχει στην παραγωγή αρκετών Τοπικών οίνων (Φλώρινας, Χαλκιδικής, ∆ράµας, Ηρακλειώτικος, Επανοµής, Θηβαϊκός κ.ά.).

* Ugni Blanc

Λευκή ποικιλία, ιταλικής προέλευσης, καλλιεργούµενη σε µεγάλη έκταση σε ολόκληρο τον κόσµο. Στην Ελλάδα εισήχθηκε ως βελτιωτική της οξύτητας των παραγόµενων οίνων από αµπελώνες πεδινών περιοχών. ριµάζει τέλη Σεπτεµβρίου. Το κρασί από την ποικιλία Ugni Blanc είναι ουδέτερο αρωµατικά, σχετικά χαµηλού αλκοολικού τίτλου, καλής οξύτητας. Χρησιµοποιείται κυρίως σε αναµείξεις µε κρασιά χαµηλής οξύτητας. Συµµετέχει στην παραγωγή αρκετών Τοπικών οίνων (Αγοριανός, ∆ωδεκανησιακός, Κισσάµου, Πυλίας κ.ά.).

Ξένες Ποικιλίες µε ερυθρά σταφύλια * Cabernet Franc

Ερυθρή ποικιλία της Ν∆ Γαλλίας, η οποία πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Ελλάδα στην περιοχή της Σιθωνίας, ενώ σήµερα καλλιεργείται και σε αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου, της Αττικοβοιωτίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας, σε µικρή όµως έκταση. ριµάζει τέλη Αυγούστου. Στο σωστό βαθµό ωριµότητας των σταφυλιών, το κρασί της ποικιλίας αυτής παρουσιάζει καλή ισορροπία αλκοόλης οξύτητας και καλό αρωµατικό δυναµικό, που εξελίσσεται κατά την παλαίωση. Το χρώµα του είναι λιγότερο έντονο από αυτό του Cabernet Sauvignon και το τανικό του δυναµικό είναι χαµηλότερο, γεγονός που, του επιτρέπει να χρειάζεται πιο βραχύχρονη παλαίωση και να καταναλώνεται σε πιο νεαρή ηλικία. Το Cabernet Franc συµµετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πλαγιές Μελίτωνα" (µαζί µε το Ληµνιό και το Cabernet Sauvignon), καθώς και στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών οίνων (Αγιορείτικος, Μακεδονικός, Μεσσηνιακός).

* Cabernet Sauvignon

∆ιεθνής ερυθρή ποικιλία καταγόµενη από το Bordeaux της Γαλλίας, της οποίας η καλλιέργεια θεωρήθηκε απαραίτητη για τη βελτίωση των ερυθρών οίνων, που παράγονταν από ορισµένες ελληνικές ποικιλίες. Στην Ελλάδα πρωτοκαλλιεργήθηκε στο Μέτσοβο και γρήγορα η καλλιέργειά της επεκτάθηκε σε αρκετές περιοχές σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (από την Κρήτη µέχρι τη Θράκη, είναι επιτρεπόµενη ή συνιστώµενη σε 23 νοµούς), χωρίς όµως να καταλαµβάνει ιδιαίτερα µεγάλη έκταση λόγω της µικρότερης παραγωγικότητάς της έναντι των ελληνικών ποικιλιών. ριµάζει το πρώτο δεκαπενθήµερο του Σεπτεµβρίου. Στο σωστό βαθµό ωριµότητας των σταφυλιών, το κρασί της ποικιλίας αυτής παρουσιάζει µία καλή ισορροπία αλκοόλης οξύτητας. Η υπερωρίµανση των σταφυλιών έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οξύτητα και το αρωµατικό δυναµικό. Στα κατάλληλα εδάφη, και σε σχέση πάντα µε το επίπεδο της παραγωγής δίνει κρασιά µε έντονο χρώµα, υψηλό αρωµατικό δυναµικό, το οποίο εξελίσσεται σε πολύπλοκο µπουκέτο κατά την παλαίωση, σώµα, τανίνες, που απαιτούν παραµονή πολλών µηνών σε δρύινα βαρέλια, ώστε το κρασί να γίνει µαλακό, στρογγυλό και ισορροπηµένο. Το Cabernet Sauvignon χρησιµοποιείται σε αναµείξεις µε κρασιά άλλων ποικιλιών, και η παρουσία του ακόµα και σε µικρό ποσοστό, που συνήθως κυµαίνεται από 5-20%, ενισχύει και στηρίζει το χρώµα, το άρωµα, το σώµα, τη γευστική ισορροπία και πληρότητα, δίνοντας το δικό του χαρακτήρα στο τελικό προϊόν. Το Cabernet Sauvignon συµµετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πλαγιές Μελίτωνα" (µαζί µε τις ποικιλίες Ληµνιό και Cabernet Franc), καθώς και αρκετών Τοπικών (Αγιορείτικος, Αττικός, ∆ράµας, Μακεδονικός, Πλαγιές Πετρωτού, Τριφυλίας κ.ά.) και Επιτραπέζιων οίνων.

* Grenache

Ερυθρή µεσογειακή ποικιλία ισπανικής καταγωγής, καλλιεργούµενη σε αρκετές ξηροθερµικές περιοχές στον κόσµο. Στην Ελλάδα είναι συνιστώµενη ως βελτιωτική σε 18 νοµούς στα ∆ωδεκάνησα τη Θράκη, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Κρήτη, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. ριµάζει αρχές Σεπτεµβρίου. Στα κατάλληλα εδάφη και µε µέτρια παραγωγή, το κρασί της ποικιλίας αυτής έχει καλό χρώµα, µέτριο σώµα, υψηλό αλκοολικό τίτλο και µέτρια οξύτητα. Έχει την τάση όµως να γερνάει γρήγορα και να οξειδώνεται εύκολα. Η Grenache Rouge συµµετέχει στην παραγωγή ορισµένων Τοπικών οίνων (Αγιορείτικος, Γερανίων, ∆ωδεκανησιακός, Θηβαϊκός, Κισσάµου).

* Merlot

Ερυθρή ποικιλία, γαλλικής προέλευσης, καλλιεργούµενη στην περιοχή του Bordeaux, η οποία κατέλαβε τα τελευταία χρόνια σηµαντικές εκτάσεις σε ολόκληρο τον κόσµο. Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε 23 νοµούς στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. ριµάζει τέλη Αυγούστου. Το κρασί της ποικιλίας αυτής είναι υψηλόβαθµο, καλής οξύτητας, µε χαρακτηριστικό άρωµα, σώµα, µαλακή και ισορροπηµένη γεύση, επιδεκτικό παλαίωσης. Στις αναµείξεις µε άλλα κρασιά, βελτιώνει το χρώµα και το άρωµά τους, και επιταχύνει τον απαιτούµενο χρόνο παλαίωσης ώστε να είναι πιο σύντοµα έτοιµα προς κατανάλωση. Το Merlot συµµετέχει στην παραγωγή αρκετών τοπικών οίνων, µονοποικιλιακών και πολυποικιλιακών (Επανοµής, ∆ράµας, Μακεδονικός, Κρανιάς, Ηµαθίας κ.ά.).

* Syrah

Ερυθρή ποικιλία, που έγινε γνωστή χάρη στα θαυµάσια κρασιά, που δίνει στην κοιλάδα του Ροδανού και η οποία καλλιεργείται σήµερα σε πολλές περιοχές στον κόσµο. Στην Ελλάδα η καλλιέργειά της ξεκίνησε από τη Σιθωνία, ενώ τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται ως συνιστώµενη σε 16 νοµούς της χώρας σε Πελοπόννησο, Κρήτη, ∆ωδεκάνησα, Μακεδονία, Θράκη, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία. ριµάζει τέλη Αυγούστου µε αρχές Σεπτεµβρίου. Ανάλογα µε τον κλώνο, το κλάδεµα, το έδαφος και την περιοχή, η ποικιλία αυτή µπορεί να δώσει λιγότερο ή περισσότερο "δυνατά" κρασιά, µέτριας οξύτητας, µε έντονο χρώµα, έντονα αρώµατα, που γίνονται πολυπλοκότερα κατά την παλαίωση. Συµµετέχει στην παραγωγή αρκετών Τοπικών οίνων, ερυθρών και ροζέ (Επανοµής, Σιθωνίας, Ηρακλειώτικος κ.ά.).

* Cinsault

Ποικιλίες µε ερυθρωπά (ροζέ) σταφύλια δεν έχουµε να αναφέρουµε µια και η παραγωγή ερυθρωπών κρασιών, στις περισσότερες των περιπτώσεων, γίνεται από τα ερυθρά κρασιά µε ειδική κατεργασία. Στις ερυθρές ποικιλίες ανήκει και το Μοσχοφίλερο. Η ποικιλία όµως αυτή αν και έχει κόκκινα σταφύλια, σχεδόν πάντα οινοποιείται µε την τεχνική της λευκής οινοποιήσης και το παραγόµενο κρασί είναι λευκό.

και τώρα..... ένα µικρό διάλειµµα

« Η αρµονία φαγητού – κρασιού »

Η αρµονία φαγητού - κρασιού προσφέρει µοναδικές συγκινήσεις δηµιουργώντας την "άλλη" γεύση, πάνω και πέρα από τις επιµέρους γεύσεις των δύο στοιχείων. Βασική προϋπόθεση είναι κρασί και φαγητό να διαθέτουν την ίδια αρωµατική και γευστική ένταση ώστε το ένα να µην σκεπάζει το άλλο. Οι βασικές αρχές του κρέας - ερυθρό, ψάρι - λευκό µπορούν να συµπληρωθούν µε την χρωµατική αλλά και την "τοπική" αρµονία σαν σηµείο εκκίνησης αλλά και συνδυαστικών αυτοσχεδιασµών. Επιπρόσθετα, πρέπει να έχουµε στο µυαλό µας ότι όποιο κρασί καταναλώνεται δύσκολα µόνο του, ταιριάζει µε µεγάλη γκάµα φαγητών και το αντίθετο. Η εναλλαγή κρασιών κατά τη διάρκεια ενός γεύµατος ανάλογα µε τα πιάτα θα ανεβάσει την ευχαρίστησή σας ένα σκαλί παραπάνω. Όχι µόνο γιατί το λεπτό ξηρό κρασί της σαλάτας σας θα είναι ένας θλιβερός σύντροφος για το φιλέτο ελαφιού που θα ακολουθήσει, αλλά επειδή η διαδοχή επιτυχηµένων συνδυασµών προάγει στον υπέρτατο βαθµό την έννοια του ευ ζην...

Οι Τύποι των Κρασιών

∆εν γνωρίζουµε πολλά πράγµατα για τους τύπους και το πλήθος των κρασιών που παράγονταν στην αρχαιότητα. Εχουµε πληροφορίες για τον Μαρεωτικό ο οποίος παραγόταν από αµπέλια της περιοχής που αργότερα χτίστηκε η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ηταν λευκός, ελαφρύς, ευχάριστος και µε αρωµατικό χαρακτήρα. Αλλο γνωστό κρασί παραγόµενο στην ίδια περιοχή ήταν ο Ταινιωτικός οίνος. Θεωρείτο καλύτερος από τον προηγούµενο. Ηταν ένα λευκό κρασί ελαφρά άγουρο και στυφό, λιπαρό και αρωµατικό. Γνωστά κρασιά της αρχαίας Ελλάδας από διάφορες πηγές έχουν απαριθµηθεί περίπου τριάντα. Ο Ισµαρικός ή Μαρώνειος, το µαύρο γλυκό κρασί που µέθυσε τον κύκλωπα Πολύφηµο και έδωσε την ελευθερία στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, τα γλυκά και µαλακά κρασιά της Θήρας και της Κρήτης, οι λεπτότατοι οίνοι της Κύπρου και της Ρόδου, οι φαρµακευτικοί της Πισιδίας, οι µελισσόχρωµοι και γλυκείς της Φρυγίας, ο χαριέστατος εις παλαίωσιν Κερκυραϊκός, ο υπνωτικός Θάσιος, ο Κνίδιος αίµατος γεννητικός, οι ευώδεις της Λέσβου, ο ονοµαστός Αρτιούσιος της Χίου και αρκετοί άλλοι που υµνήθηκαν από τους ποιητές της εποχής εκείνης. Σήµερα η επιστηµονική καλλιέργεια, η εφαρµογή νέων µεθόδων οινοποίησης αλλά και η δηµιουργία νέων ποικιλιών αµπέλου, µέσα στο διάβα του χρόνου, µας δίνουν την δυνατότητα να δοκιµάζουµε καθηµερινά νέους τύπους κρασιών χωρίς άλλον περιορισµό παρά µόνο αυτόν της τσέπης µας.

Τα κρασιά µπορούµε να τα διακρίνουµε σύµφωνα µε το χρώµα τους, το βαθµό που γλυκίζουν, την περιεκτικότητά τους σε διοξείδιο του άνθρακος, αν είναι αρωµατισµένα ή όχι.

Ετσι σύµφωνα µε το Χρώµα είναι:

* Λευκά * Ερυθρωπά (ροζέ) * Ερυθρά

σύµφωνα µε την περιεκτικότητα σε ∆ιοξείδιο του Ανθρακος είναι:

* Ησυχα * Ηµιαφρώδη * Αφρώδη * Ηµιαεριούχα * Αεριούχα

σύµφωνα µε την περιεκτικότητα σε Σάκχαρα (γλυκύτητα) είναι:

* Ξηρά * Ηµίξηρα * Ηµίγλυκα * Γλυκά

και αν είναι Αρωµατισµένα:

* όπως το Βερµούτ

H Νοµοθεσία

Η αρχαιότερη νοµοθεσία για το κρασί υπαγορεύθηκε το 1.700 π.Χ. από τον Βαβυλώνιο βασιλιά Χαµουραµπί. Καθόριζε την τιµή πώλησης καθώς και την περίοδο που το κρασί επιτρεπόταν να καταναλώνεται, περιορίζοντάς την στην εποχή του τρύγου. Στη διάρκεια της Νέας ∆υναστείας (Αίγυπτος1.580 -1.085 π.Χ.) η καλλιέργεια του αµπελιού έχει αποκτήσει τόση σηµασία που οι αµφορείς έχουν συχνά µία επιγραφή που δηλώνει την προέλευση του κρασιού, το όνοµα του αµπελουργού και το όνοµα του Φαραώ που βασίλευε, δηλαδή προσδιόριζαν τη χρονιά παραγωγής, όπως ακριβώς γίνεται και στις σηµερινές ετικέττες µε το έτος παραγωγής. Οι αµφορείς της αρχαίας Ελλάδας, διαφόρων σχηµάτων, µε διπλή λαβή, συχνά αποτελούσαν διακριτικό στοιχείο της πόλης που παρήγαγε και εµπορευόταν το κρασί. Αυτό είχε σαν αποτέλεσµα την κατασκευή τέτοιων αµφορέων και από άλλες πόλεις που προσπαθούσαν να παραπλανήσουν και να πουλήσουν έτσι τα δικά τους κρασιά. Στη µια τους λαβή είχαν την σφραγίδα του κατασκευαστή και στη δεύτερη του άρχοντα που διοικούσε την πόλη καθώς και τη χρονιά παραγωγής. Στο µουσείο της Θάσου υπάρχει µαρµάρινη πλάκα µε χαραγµένους τους νόµους του κρασιού (420-400 π.Χ.). Ετσι, βλέπουµε, ότι από πάντα υπήρξαν προσπάθειες να νοµοθετηθεί το εµπόριο του κρασιού.

Σήµερα σύµφωνα µε την νοµοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα κρασιά χωρίζονται σε δύο µεγάλες κατηγορίες:

Οίνοι Ποιότητας Παραγόµενοι σε Καθορισµένες Περιοχές (V.Q.P.R.D.)

Οπως αφήνει να εννοηθεί και ο τίτλος σ' αυτή την κατηγορία ανήκουν τα κρασιά που είναι ποιότητας και τα σταφύλια προέρχονται από µια καθορισµένη γεωγραφικά περιοχή (ζώνη). Η περιοχή προέλευσης (π.χ. Αρχάνες) µπορεί να αναγράφεται στην ετικέττα τους. Στην ετικέττα µπορείτε επίσης να δείτε και την ένδειξη V.Q.P.R.D.

Επιτραπέζιοι Οίνοι

Σ' αυτή την κατηγορία ανήκουν τα υπόλοιπα κρασιά που προέρχονται και από άλλες περιοχές. Οι όροι για την παραγωγή τους δεν είναι τόσο αυστηροί όσο για την προηγούµενη κατηγορία. Η ένδειξη της περιοχής στην ετικέττα δεν επιτρέπεται. Οι Τοπικοί Οίνοι είναι µια ειδική υποκατηγορία των Επιτραπεζίων Οίνων. Η Ρετσίνα, αποκλειστικά ελληνικό κρασί, ανήκει στην κατηγορία των Επιτραπεζίων Οίνων που έχουν Ονοµασία κατά Παράδοση. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης κανείς, πλην Ελλάδος, δεν µπορεί να παράγει κρασί που θα ονοµάσει ρετσίνα.

Οι V.Q.P.R.D. είναι (αλφαβητικά):

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * Αγχίαλος Αµύνταιο Αρχάνες Γουµένισσα ∆αφνές Ζίτσα Λήµνος Μαντινεία Μαυροδάφνη Κεφαλληνίας Μαυροδάφνη Πατρών Μοσχάτος Κεφαληνίας Μεσενικόλα Μοσχάτος Λήµνου Μοσχάτος Πατρών Μοσχάτος Ρίου Πατρών Μοσχάτος Ρόδου Νάουσα Νεµέα Πάρος Πάτρα Πλαγιές Μελίτωνα Πεζά Ραψάνη Ρόδος Ροµπόλα Κεφαλληνίας Σάµος Σαντορίνη Σητεία. * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * Αγιορείτικος Αιγιοπελαγίτικος Αττικής Αττικός Βορείων πλαγιών Πεντελικού Βιλίτσας ∆ράµας Επανοµίτικος Θεσσαλικός Θηβαϊκός Κρανιώτικος Κρητικός Λετρινών Μακεδονικός Μεσηµβριώτικος Παιανίτικος Παλληνίτικος Πελοποννησιακός Πλαγιές Βερτίσκου Πλαγιές Κιθαιρώνα Πλαγιές Πετρωτού Πλαγιές Ορεινής Κορινθίας Πυλίας Ριτσώνας Αυλίδος Σιατιστινός Συριανός Τριφυλίας Τυρνάβου

Οι Τοπικοί είναι

(και συνεχώς θεσµοθετούνται νέοι):

και τώρα..... ένα ακόµα µικρό διάλειµµα



« Κρασί και υγεία »

Σε ένα κόσµο "διατροφικά µεταλλαγµένο", η Μεσογειακή διατροφή παραδίδει µαθήµατα απλότητας, γεύσης και υγείας. Βασισµένη στις διατροφικές συνήθειες και το εξαιρετικό επίπεδο υγείας των κατοίκων της Κρήτης, προϋποθέτει την ελάχιστη κατανάλωση κόκκινου κρέατος και λιπαρών. Αντίθετα τα δηµητριακά, τα όσπρια, τα φρούτα, τα λαχανικά αλλά και το αγνό ελαιόλαδο πρέπει να µας δίνουν το 85% της απαιτούµενης ενέργειας, συνοδευόµενα καθηµερινά από 1 ή 2 ποτήρια κρασιού σε κάθε γεύµα. Πρόκειται για ένα διατροφικό πρότυπο που ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες εµφραγµάτων και καρκίνου, συντελεί στην καλή λειτουργία του εντέρου αλλά επίσης προσφέρει αξέχαστες και ταυτόχρονα ολιγοθερµιδικές γαστρονοµικές συγκινήσεις. Το αποτέλεσµα; Οµορφιά µοντέλου, µακροζωία ελέφαντα και υγεία… ατσαλιού!! ∆εν είναι όµως µόνο η µεσογειακή διατροφή που καταδεικνύει την σηµασία του κρασιού στην υγεία. Οι Γάλλοι, λαός που βασίζει τη διατροφή του σε πολύ λιπαρές τροφές παρουσιάζει πολύ µικρό ποσοστό καρδιακών παθήσεων, γεγονός που οφείλεται στην καθηµερινή κατανάλωση ερυθρού κρασιού (French Paradox). πως λοιπόν και αν τρέφεστε, κρασί µε µέτρο ίσον υγεία!

Μικρό Λεξιλόγιο

Αγουρο Κρασί µε υψηλή οξύτητα, δίνει την αίσθηση ενός άγουρου φρούτου. Αεριούχα Τα κρασιά που περιέχουν ανθρακικό οξύ (CO2). Το ανθρακικό αυτό έχει προστεθεί από τον οινοποιό. Αφρώδη Τα κρασιά που περιέχουν ανθρακικό. Το ανθρακικό εδω, δηµιουργήθηκε κατά την ζύµωση και δεν έχει προστεθεί από τον οινοποιό. Βερµούτ Αρωµατισµένα, γλυκά ή ξηρά, κρασιά. Γλυκό Το κρασί που έχει αζύµωτα σάκχαρα. Τα σάκχαρα αυτά προέρχονται από το σταφύλι ή έχουν προστεθεί στο κρασί σε κάποιο στάδιο της παραγωγής. Περιεκτικότητα µεγαλύτερη των 25 gr. ανά λίτρο. ∆ιοξείδιο του άνθρακος Η αλλιώς ανθρακικό (CO2), σχηµατίζεται σε µεγάλες ποσότητες κατά την αλκοολική ζύµωση. Η διαφυγή του κατά την ζύµωση δίνει την εντυπώση ότι ο µούστος (γλεύκος) βράζει. Εδαφος Η περιεκτικότητα του εδάφους σε ανόργανα και οργανικά συστατικά είναι καθοριστική για την ποιότητα του κρασιού. Μπορεί επίσης να είναι απαγορευτικός παράγοντας π.χ. υψηλή περιεκτικότητα σε αλλάτι για την αµπελοκαλλιέργεια σε µια περιοχή. Ερυθρός οίνος Το κρασί που έχει κόκκινο χρώµα και έχει παραχθεί µε την τεχνική της ερυθράς οινοποίησης µ' εφαρµογή της σε κόκκινα σταφύλια (εκχύλιση των στεµφύλων). Ερυθρωπός οίνος Το κρασί που έχει ερυθρωπό (ροζέ) χρώµα και έχει παραχθεί µε την τεχνική της ερυθράς ή και λευκής οινοποίησης πάνω σε ερυθρά σταφύλια. Ετικέττα ∆ιακοσµητικό αλλά και πληροφοριακό στοιχείο της φιάλης. Η αναγραφή ορισµένων στοιχείων είναι υποχρεωτική ενώ άλλων προεραιτική. Επιτραπέζιοι Οίνοι κρασιά που παράγονται από σταφύλια εντός και εκτός ζωνών και δεν έχουν το δικαίωµα να χρησιµοποιήσουν τοπονύµιο.

Ηµιαεριούχο Το κρασί που περιέχει ανθρακικό στη µισή περίπου περιεκτικότητα από το Αεριούχο. Ηµιαφρώδες Το κρασί που περιέχει ανθρακικό στη µισή περίπου περιεκτικότητα από το Αφρώδες. Ηµίγλυκο Το κρασί που περιέχει αζύµωτα σάκχαρα σε περιεκτικότητα µαταξύ 15 και 25 gr. ανά λίτρο. Ηµίξηρο Το κρασί που περιέχει αζύµωτα σάκχαρα σε περιεκτικότητα µέχρι 15 gr. ανά λίτρο Ησυχο Το κρασί που περιέχει ελάχιστο ανθρακικό (λιγότερο από 1 gr. ανά λίτρο). Ο αφρισµός του είναι πολύ µικρός σε σύγκριση µε τα αφρώδη και αεριούχα κρασιά. Κλίµα Οι κλιµατολογικές συνθήκες που επικρατούν σε µια περιοχή κάποια χρονιά ή ακόµα αυτές που συνήθως επικρατούν αποτελούν σηµαντικό παράγοντα για την αµπελοκαλλιέργεια και επιλογή µιας περιοχής πριν την φύτευση. Η ποιότητα του κρασιού συνδέεται άµεσα µ' αυτές. Κρασί Το προϊόν που προκύπτει από τη αλκοολική ζύµωση των σακχάρων του χυµού του σταφυλιού. Κυρίως αποτελείται από 85 % νερό, 10 - 12 % αλκοόλη, 0,3 - 0,6 % οξέα και τεράστιο αριθµό άλλων στοιχείων και ενώσεων (υπολογίζονται σε πλεόν των 600). Η λέξη κρασί προέρχεται από το "κράµα", την "κράση" (την ανάµιξή του δηλ. µε νερό) που έκαναν οι αρχαίοι έλληνες προκειµένου να το καταναλώσουν χωρίς τις συνέπειες της µέθης. Λευκός οίνος Το κρασί που έχει άσπρο χρώµα (κίτρινο) και έχει παραχθεί µε την τεχνική της λευκής οινοποίησης µ' εφαρµογή της σε λευκά σταφύλια ή σε ερυθρά (χωρίς εκχύλιση των στεµφύλων). Λιπαρό Το κρασί που στη γεύση δίνει την αίσθηση του πάχους, της λιπαρότητας, δεν είναι λεπτόρευστο ούτε νερουλιάρικο. Ξηρό Το κρασί που περιέχει αζύµωτα σάκχαρα το πολύ µέχρι 4 gr. ανά λίτρο.

Οίνος Το προϊόν που προκύπτει από τη αλκοολική ζύµωση. Αποτελείται κυρίως από 85 % νερό, 10 - 12 % αλκοόλη, 0,3 - 0,6 % οξέα και τεράστιο αριθµό άλλων στοιχείων και ενώσεων (υπολογίζονται σε πλέον των 600). Οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος (Ο.Π.Α.Π.) επίσης και V.Q.P.R.D.(συνώνυµο) Οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχοµένης (Ο.Π.Ε.) επίσης και V.Q.P.R.D. (συνώνυµο) Ρετσίνα Το ελληνικό κρασί που στη διάρκεια της ζύµωσης έχει προστεθεί ρετσίνι πεύκου µ' αποτέλεσµα τον αρωµατισµό του. Στυφό Το κρασί που δηµιουργεί την αίσθηση του στυφού. Στυφά είναι τα κόκκινα κρασιά λόγω των χρωστικών που περιέχουν. Τοπικός Οίνος υποκατηγορία των επιτραπεζίων οίνων. Οι όροι παραγωγής του είναι νοµοθετικά καθορισµένοι (ποικιλία αµπελιού, ανώτερη απόδοση αµπελιού, περιοχή που καλλιεργείται κλπ.). Εχουν το δικαίωµα να φέρουν στην ετικέτα το όνοµα της περιοχής και υποχρεωτικά την ένδειξη Τοπικό Οίνος. V.Q.P.R.D. Η ανώτερη κατηγορία των παραγόµενων οίνων. Οι νοµοθετικοί περιορισµοί στην παραγωγή τους είναι αυστηροί και περιλαµβάνουν τις επιτρεπόµενες ποικιλίες αµπελιού που συµµετέχουν στην παραγωγή τους, η γεωγραφική ζώνη, η ανώτατη απόδοση των αµπελιών, οι καλλιεργητικές τεχνικές, οι όροι οινοποίησης κλπ. Στην ετικέττας τους φέρουν το όνοµα της περιοχής και την ένδειξη V.Q.P.R.D. ή τις ελληνικές ενδείξεις οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) ή οίνος Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχοµένης (Ο.Π.Ε.).

και για το τέλος.....

« Κρασοµαγειρέµατα

Tο κρασάτο είναι µάλλον από τις πιο αρχαίες γαστρονοµικές εφευρέσεις του ανθρώπου. Στους "∆ειπνοσοφιστές" του Aθήναιου είναι αναρίθµητες οι συνταγές που περιέχουν κρασί και το ίδιο ισχύει και στον αντίστοιχο Pωµαίο, τον Aπίκιο. Tο κρασάτο είναι παγκόσµιο φαινόµενο ακόµα και αν το κρασί είναι από δαµάσκηνα ή ρύζι όπως στην Kίνα και την Iαπωνία. Oταν µιλάµε για µαγειρική του κρασιού βεβαίως µιλάµε και για τις τρεις τεχνικές όπου το κρασί θα παίξει τον πρωτεύοντα ρόλο: µαρινάρισµα, µαγείρεµα και σάλτσες. Kαι στις τρεις αυτές περιπτώσεις πολύ συχνά γίνονται δύο σηµαντικά λάθη. Tο πρώτο λάθος είναι η χρησιµοποίηση πολύ καλών, παλαιών και ακριβών κρασιών που έχουν επίπτωση µόνο στο πορτοφόλι. Tο κρασί όταν µαγειρευτεί ή όταν αναµιχθεί µε άλλα υλικά αλλοιώνεται και έτσι από ένα ποιοτικό βαθµό και πάνω είναι δώρο άδωρον. Tο άλλο λάθος είναι η χρησιµοποίηση κακού κρασιού, κρασιού µε ελαττώµατα (φελλός, ξίνισµα...). Στο µαγείρεµα και την συµπύκνωση θα συγκεντρωθούν και θα ισχυροποιηθούν τα ελαττώµατα. Tόσο στο µαρινάρισµα όσο και στο µαγείρεµα το κρασί, ουσιαστικά, "χωνεύει" τις πρώτες ύλες, προµαγειρεύει, και έτσι έχουµε πιο τρυφερά αποτελέσµατα, αλλά και πιο γευστικά αφού θα µας βοηθήσει να συγκεντρώσουµε την νοστιµιά. Συνήθως, όταν µιλάµε για κρασάτα ο νους µας πάει στο κρέας και το ψάρι και όµως, και τα λαχανικά έχουν κρασάτες εκδοχές. Aν έχετε δοκιµάσει κυπριακές πατάτες µε κόκκινο κρασί και κόλιανδρο ξέρεται τι εννοώ. Aκόµη και σ' ένα απλό τουρλού η µια απλή σάλτσα ντοµάτας, ένας νέος τόνος δίδεται στο πιάτο που µε ένα ποτήρι κρασί πραγµατικά απογειώνεται. Oλων των τύπων τα κρασιά χρησιµοποιούνται στην µαγειρική: βεβαίως απλά λευκά και ερυθρά, ενίοτε ροζέ, αλλά και γλυκά (µαυροδάφνη, βισάντο) ή ειδικά(βερµούτ, πόρτο, χερές, µαδέρα...)

Συνδυάζοντας τυρί με κρασί Τυρί και κρασί ή κρασί και τυρί
Τα βασικό ερώτημα δεν είναι τι θα μπει πρώτο και τι δεύτερο, αλλά πώς θα συνδυάσουμε 2 προϊόντα με πραγματικά έντονες προσωπικότητες. Συνήθως ένας γάμος δύο προσώπων με ισχυρό χαρακτήρα και προσωπικότητα οδηγεί γρήγορα σε ένα βίαιο και γρήγορο διαζύγιο. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στο κρασί με το τυρί.

Ο πρώτος λοιπόν κανόνας τον οποίο βάζουμε στο συνδυασμό αυτό των δύο προϊόντων είναι το ένα να είναι απαλό και το άλλο ισχυρό. Με λίγα λόγια όταν έχουμε ένα μεγάλο κρασί, δίπλα του θα βάλουμε ένα μέτριο τυρί και το αντίθετο. Ένα τυρί ισχυρό, με ένα κρασί μέτριου χαρακτήρα.
Δεν αρκεί όμως αυτό. Πρέπει να θέσουμε και ακόμα μερικούς κανόνες τουλάχιστον τους βασικούς, για να δούμε πώς θα συνδυάσουμε αυτά τα δύο προϊόντα με την απεριόριστη ποικιλία γεύσεων και αρωμάτων.
Έτσι λοιπόν ξεκινάμε κατηγοριοποιώντας το τυρί και το κρασί. Έχουμε λοιπόν λευκά φρέσκα τυριά, τα οποία πολλές φορές βγάζουν αυξημένες οξύτητες, έντονη λιπαρότητα, και αρκετό έως μέτριο αλάτι. Έχουμε και τα ώριμα κίτρινα τυριά πάλι με λιπαρότητα μεστή γεύση και αρκετό αλάτι. Τέλος τυριά πικάντικα που βγάζουν έντονα μια πιπεράδα και μια έντονη αλμύρα .
Από την άλλη το κρασί χοντρικά χωρίζεται, σε λευκά κρασιά με πλούσια μπουκέτα λουλουδιών, καλές οξύτητες και δροσερές γεύσεις. Τα κόκκινα πάλι βγάζουν αρώματα και γεύσεις μπαχαρικών, φρούτα του δάσους, σοκολάτα αλλά και γήινες γεύσεις. Τα αφρώδη με τη φρεσκάδα των φυσαλίδων τους και τα αρώματα κυρίως του λευκού κρασιού. Τέλος τα γλυκά με γεύσεις μελιού, φρέσκου σταφυλιού και απαλής σοκολάτας.
Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία στην γεύση κυρίως των δύο προϊόντων.
Δύο είναι οι κανόνες του συνδυασμού. Ή θα συνδυάσουμε το ίδιο στοιχείο γεύσης , οξύτητα με οξύτητα ή θα βάλουμε δύο αντίθετα στοιχεία, όπως η λιπαρότητα με την οξύτητα. Έτσι λοιπόν ένα φρέσκο λευκό ξινούτσικο τυρί συνδυάζεται ωραία με ένα Σαντορινιό Αθίρι, μ' ένα Sauvignon Blanc, ένα Σαββατιανό ή ένα Ροδίτι. Μπορούμε όμως ένα πολύ λιπαρό λευκό τυρί όπως είναι το φρέσκο μανούρι της Μακεδονίας να το συνδυάσουμε και με ένα κόκκινο, φρέσκο όμως, ένα ξινόμαυρο ας πούμε. Τα κίτρινα τυριά με τα μεγάλα ποσοστά λίπους συνδυάζονται άριστα με κόκκινα κρασιά που έχουν αρκετή οξύτητα και απαλά μπουκέτα μπαχαρικών.
Τέλος τα πικάντικα και έντονα τυριά ζητάνε ένα αντίπαλο που να προσφέρει μια γλυκύτητα. Συνδυάστε την μανούρα Σίφνου μαζί με γλυκό κρασί της Σάμου. Ένα παλαιωμένο Κρητικό μανούρι με γλυκό κρασί από την Μονή Τοπλού της Κρήτης.
Στον συνδιασμο τυριου και κρασιου σημαντικό ρόλο παίζει επείσης και η ενδοποιότητα . .Τυρια και κρασιά από την Σαντορίνη (Αθήρι με Χλωρό) η από την Κρήτη (Γραβιέρα με Δαφνές)
Τώρα εάν το τυρί ψηθεί, αλλάζει εντελώς χαρακτήρα . Και έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ψάξουμε σ' ένα ευρύτερο χώρο ποτών για να το συνδυάσουμε (Ούζο,τσίπουρο,μπύρα.)
Ας ξεκινήσουμε όμως από τον κλασικό συνδυασμό τυριού και κρασιού. Μια τυρόπιτα φτιαγμένη με φέτα ταιριάζει πολύ με μια Ρομπόλα Κεφαλονιάς. Αν το παστίτσιο σας έχει ικανή ποσότητα τριμμένου τυριού μέσα, πάλι αναζητήστε ένα αρωματικό λευκό κρασί. Βέβαια ένα σαγανάκι με μπάντζο Μακεδονίας, ταιριάζει υπέροχα μ' ένα Μακεδονίτικο τσίπουρο. Μια αστική τυρόπιτα φτιαγμένη με μπεσαμέλ και μια ποικιλία δύο - τριών τυριών, πάει πολύ ωραία με μια μπύρα ιδιαίτερα το καλοκαίρι.

Όμως είναι μόνο το κρασί ή τα υποπροϊόντα του που ταιριάζουν ωραία με το τυρί ;
Ασφαλώς όχι. Παρά την ιδιαίτερη αγάπη που έχω για το κρασί πρέπει να σας ομολογήσω ότι μια μυζηθρομπουγάτσα με μπόλικη κανέλα και ζάχαρη ταιριάζει καλύτερα μενα ποτήρι κρύο γάλα παρά με οποιοδήποτε οινοπνευματώδες.

Τολμώ κάνοντας τον αιρετικό να σας προτείνω, ότι ένας από τους ιδανικότερους συνδυασμούς τυριού με άλλο προϊόν είναι αυτός με μαρμελάδες, κυρίως κόκκινων φρούτων, αλλά και οι απαλές ολόπαχες μυζήθρες πάνε πολύ ωραία με ένα σιρόπι πορτοκαλιού.
Τολμώ δε να προτείνω ένα πιάτο άγρια πικρά ραδίκια με μπόλικο λαδολέμονο που μαζί τους δεν μπορείς να πιεiς σχεδόν τίποτα, με ένα καλό κομμάτι σκληρής πικάντικης φέτας .

Βλέπετε καλοί μου φίλοι ότι παρά την συνεχή ενασχόλησή μου με το τυρί και το κρασί, αντιμετωπίζω τον συνδυασμό του τυριού με μια ελευθερία που αφορά περισσότερο τέλειο συνδυασμό γεύσεων στον ουρανίσκο παρά τον φανατικό συνδυασμό τυριού και κρασιού. Πάντως η απόλαυση που προσφέρει ένα καλό κομμάτι γαλλικό ροκφόρ μ' ένα ποτήρι καλά κρυωμένο sauterne από το Chateau d'Yquem ή ένα Cabernet Sauvignon μαζί μ' ένα κομμάτι camembert, μια πικάντικη σκληρή φέτα μ' ένα ποτήρι επιθετική ρετσίνα και μια γραβιέρα Μετσόβου μαζί μ' ένα Merlot είναι ανυπέρβλητες.

Αντιμετωπίστε λοιπόν το θέμα με μια ελευθερία και με μια προσωπική αντίληψη βασισμένη στην γνώση σας αλλά και στο προσωπικό σας γούστο. Μην ξεχνάτε όμως ότι όταν αγοράζετε αυτά τα δύο προϊόντα να τα διαλέγετε προσεκτικά και να είναι πάντα στο σωστό timing για κατανάλωση.